ἐργοπόνος

ἐργο-πόνος, ,
A husbandman, AP11.9 (Leon.); hunter, Opp.C.1.148 ; fisher, Nic. Th.831 ;

ἐ. ἐλέφαντος

a worker in..,

Man.1.298

: as Adj., laborious, Coluth.195 (fem.); in bad sense (cf. πόνηρος, πανοῦργος), Rhetor. in Cat.Cod.Astr.7.198.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εργοπόνος — ἐργοπόνος, ὁ (AM) 1. αυτός που εκτελεί χειρωνακτική ή κοπιαστική εργασία (γεωργός, αλιεύς, κυνηγός) 2. (για τον Χριστό ως Υιό και Λόγο τού Θεού) ο δημιουργός αρχ. ως επίθ. εργατικός, φιλόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. έργον + πόνος «κόπος»] …   Dictionary of Greek

  • ἐργοπόνος — husbandman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοι — ἐργοπόνος husbandman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοιο — ἐργοπόνος husbandman masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοις — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοισι — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοισιν — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνον — ἐργοπόνος husbandman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνου — ἐργοπόνος husbandman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνους — ἐργοπόνος husbandman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνῳ — ἐργοπόνος husbandman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.